Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

Ίφικλος


Ο `Ιφικλος του Φυλάκου ήταν γιος του Φυλάκου, βασιλιά της πόλης Φυλάκης στη Θεσσαλία. Ο παππούς του Ιφίκλου, ο Δηίονας, καταγόταν από τη γενιά Δευκαλίωνα και του Αιόλου.
Ο Ίφικλος στα νιάτα του προσβλήθηκε από σεξουαλική ανικανότητα. Ο πατέρας του συμβουλεύθηκε τον μάντη Μελάμποδα για το τι έπρεπε να κάνει σχετικά. Ο Μελάμποδας θυσίασε δύο ταύρους, τους κομμάτιασε και τους άφησε στα όρνια, περιμένοντας τα κρωξίματά τους. Πράγματι, τα πουλιά, καθώς έτρωγαν το κρέας αυτό, διηγήθηκαν στη «γλώσσα» τους ότι ο Φύλακος, μια μέρα που ευνούχιζε κριάρια, τοποθέτησε το μαχαίρι του δίπλα στον μικρό Ίφικλο. Ο Ίφικλος φοβήθηκε το μαχαίρι που ήταν καταματωμένο, το έκλεψε και πήγε και το παράχωσε στις ρίζες μιας ιερής βελανιδιάς. Με τα χρόνια, η φλούδα του δέντρου κάλυψε το μαχαίρι. Τα πουλιά είπαν επίσης ότι αν βρισκόταν το μαχαίρι και με τη σκουριά του παρασκεύαζαν ένα καταπότιο το οποίο να πίνει επί δέκα ημέρες ο Ίφικλος, τότε θα γιατρευόταν και μάλιστα θα αποκτούσε και γιο. Ο Μελάμποδας τότε έψαξε και βρήκε το μαχαίρι, ετοίμασε το φάρμακο και το έδωσε στον Ίφικλο. Πραγματικά, ο Ίφικλος έγινε καλά και με τον καιρό απέκτησε γιο που τον ονόμασε Ποδάρκη.
Ο Ίφικλος ήταν περίφημος για την ικανότητά του ως δρομέας: Μπορούσε να τρέξει πάνω σε χωράφι χωρίς να λυγίσει καθόλου τα στάχυα. Κέρδισε έτσι εύκολα το πρώτο βραβείο στα «`Αθλα επί Πελία», τους περίφημους δηλαδή πανελλήνιους ταφικούς αθλητικούς αγώνες που διοργάνωσε ο Άκαστος στη μνήμη του Πελία και όπου είχαν συμμετάσχει οι άριστοι από τους Έλληνες ήρωες της εποχής. Ο Ίφικλος επίσης κατά μία εκδοχή είχε πάρει μέρος και στην Αργοναυτική Εκστρατεία, σε αυτό όμως πιθανότατα συγχέεται με τον Ίφικλο του Θεστίου.

Μελάμποδας


Στην ελληνική μυθολογία ο Μελάμποδας ή Μελάμπους ήταν Έλληνας μάντης, γενάρχης ολόκληρου «μαντικού γένους», των Μελαμποδιδών, που διέσωσε τη διονυσιακή θρησκεία όπως αναφέρει η μεθομηρική παράδοση (Ηρόδοτος).
Σύμφωνα με μία εκδοχή, κάποτε ήρθαν δύο φίδια και τυλίχθηκαν γύρω από τα αυτιά του Μελάμποδα, ο οποίος από τότε και στο εξής ήταν σε θέση να κατανοεί τη γλώσσα όλων των πλασμάτων. Κατά μία άλλη παράδοση, ο αδελφός του Βίας θέλησε να πάρει για σύζυγό του την Πηρώ, αλλά ο πατέρας της Νηλέας ζήτησε να του φέρει ως δώρο τις αγελάδες του Ιφίκλου. Τότε ο Μελάμποδας επεχείρησε να αρπάξει τα ζώα για λογαριασμό του αδελφού του. Τον συνέλαβαν όμως και τον φυλάκισαν. Προείπε όμως στον Ίφικλο ότι θα κατέρρεε η σκεπή της φυλακής του, κάτι που το πληροφορήθηκε από τα σκουλήκια. Τόσο πολύ κατέπληξε τον Ίφικλο αυτή η πρόβλεψη, ώστε ελευθέρωσε τον Μελάμποδα. Στη συνέχεια, ο Ίφικλος τον ρώτησε γιατί παρέμενε άτεκνος, και ο Μελάμπους του απάντησε ότι ο πατέρας του χωρίς να το θέλει τον κατέστησε άτεκνο. Ο Μελάμπους θεράπευσε τον Ίφικλο από τη στειρότητά του αυτή (λεπτομέρειες βλ. στο λήμμα Ίφικλος).
Σε ένα διαφορετικό μύθο, ο Μελάμπους θεράπευσε από τη μανία τους τις κόρες του Προίτου, τις Προιτίδες. Αυτές έκαναν το λάθος να περιγελάσουν το ξόανο της θεάς Ήρας, οπότε η Ήρα τους ενέβαλε δαιμονική τρέλα (μανία), από την οποία τις θεράπευσε ο Μελάμποδας, εκτός από την Ιφινόη, που πέθανε (για λεπτομέρειες βλ. Προιτίδες). Μετά από αυτό, ο Προίτος πάντρεψε την Ιφιάνασσα με τον Μελάμποδα και τη Λυσίππη με τον αδελφό του Μελάμποδα, τον Βίαντα.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Μελάμποδας πιστεύεται ότι είχε για σύζυγό του την πριγκηποπούλα Ιφιάνειρα, κόρη του βασιλιά του Άργους Μεγαπένθη.

Θεοκλύμενος




Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Θεοκλύμενος είναι γνωστά τα ακόλουθα δύο διαφορετικά πρόσωπα:
Μάντης, γιος του Πολυφείδη και δισέγγονος του Μελάμποδα. Γεννήθηκε στο Άργος, αλλά υποχρεώθηκε να καταφύγει στην Πύλο εξαιτίας ενός φόνου συγγενούς του που είχε διαπράξει. Στην Πύλο συνάντησε τον Τηλέμαχο, που τον πήρε μαζί του στην Ιθάκη. Εκεί ο Θεοκλύμενος πληροφόρησε την Πηνελόπη ότι ο Οδυσσέας δεν βρισκόταν μακριά. Πραγματικά, ο Οδυσσέας ήταν πάνω στο νησί και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να δράσει, αλλά η Πηνελόπη δεν πίστεψε τον Θεοκλύμενο. Επίσης, ο Θεοκλύμενος προείπε στους μνηστήρες της Πηνελόπης την τύχη που τους επεφύλασσε το μέλλον. Ούτε και εκείνοι τον πίστεψαν τότε και τον κορόιδεψαν, παρότι θα σκοτώνονταν την ίδια εκείνη νύχτα.
Αιγύπτιος βασιλιάς, στον θρόνο της Κάτω Αιγύπτου, στον οποίο διαδέχθηκε τον πατέρα του Πρωτέα. Μητέρα του ήταν η Ψαμάθη. Ο Θεοκλύμενος αυτός διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην τραγωδία «Ελένη» του Ευριπίδη. Αναφέρεται ως σκληρός και θρασύδειλος άνθρωπος, με εχθρικά αισθήματα προς τους Έλληνες. Δοκίμασε να βιάσει την Ωραία Ελένη όταν εκείνη βρέθηκε (κατά την εκδοχή που ακολουθεί ο Ευριπίδης) στην αυλή του, αλλά δεν το κατάφερε και για εκδίκηση θέλησε να σκοτώσει την αδελφή του Θεονόη ή Ειδώ, επειδή αυτή συνωμοτούσε δήθεν με την Ελένη. Η Θεονόη σώθηκε με την επέμβαση των Διοσκούρων

Πρωτέας



Τον Πρωτέα τον συναντάμε σε διάφορους αρχαίους Ελληνικούς μύθους. Ήταν θαλάσσιος δαίμονας, ήρωας, ακόμα και βασιλιάς.
Το όνομα «Πρωτέας» είναι μια αρχαία λέξη, που σημαίνει «πρώτος», «πρωτόγονος» και «πρωτογέννητος». Αν αυτό συνδυαστεί με την ικανότητα του Πρωτέα να παίρνει όποια μορφή θέλει, φτάνουμε ίσως στη βαθύτερη κατανόηση του μύθου.
Ο Πρωτέας είναι μια πρώτη μορφή ύλης που διαδοχικά μεταμορφώνεται και δημιουργεί όλες τις άλλες μορφές που αποτελούν τον κόσμο. Είναι η αρχική ουσία, που οι διαφορετικές εκδοχές της έφτιαξαν τα μέρη του σύμπαντος, ο «πρώτος» δαίμονας.
Οι ναυτικοί τον αποκαλούσαν συχνά «Γέροντα της θάλασσας», όπως άλλωστε και τον Φόρκυ, τον Νηρέα, τον Τρίτωνα και τον θεωρούσαν προστάτη στα ταξίδια τους. Όπως μας λέει ο Όμηρος, ήταν υποτακτικός του Ποσειδώνα και γνώριζε όλα τα βάθη της θάλασσας και τα μυστικά τους. Επίσης, ήταν προικισμένος με μαντικές ικανότητες και μπορούσε να μεταμορφώνεται σε ό,τι ήθελε, σε ζώο, σε φυτό, σε πουλί, ακόμη και σε φωτιά ή σε νερό. Σύμφωνα με το μύθο, ο Πρωτέας είχε ανατολίτικη καταγωγή. `Αλλοι έλεγαν πως είχε έρθει από τη Φοινίκη μαζί με τον Κάδμο όταν ο Κάδμος αναζητούσε την αδερφή του, την Ευρώπη, που την είχε απαγάγει ο Δίας. Ο Πρωτέας έφτασε τελικά μέχρι την Παλλήνη της Χαλκιδικής. Γνωρίστηκε με το βασιλιά της Σιθωνίας Κλίτο, που τον βοήθησε να ιδρύσει δικό του βασίλειο, διώχνοντας από τη Βισαλτία, μια περιοχή της Θράκης, τους παλιούς άγριους κατοίκους της. Ο Κλίτος του έδωσε επίσης την κόρη του Χρυσονόη για γυναίκα.
Ο Πρωτέας έζησε ειρηνικά στο βασίλειό του, ώσπου ένα τραγικό συμβάν τον τάραξε. Όταν κάποτε ο Ηρακλής πέρασε από εκεί, μονομάχησε με τους δυο γιους του Πρωτέα, τον Πολύγονο (ή Τμώλο) και τον Τηλέγονο, τους οποίους και σκότωσε. Ο Πρωτέας δεν άντεξε και από τη λύπη του έπεσε στη θάλασσα. Οι θεοί τον σπλαχνίστηκαν και τον έκαναν αθάνατο θεό των νερών. Έλεγαν ότι ο Πρωτέας ήταν πάντα ανέκφραστος, ούτε μιλούσε, ούτε γελούσε ποτέ.
Από άλλο μύθο μαθαίνουμε ότι πατρίδα του μπορεί εξίσου να θεωρηθεί και η Αίγυπτος. Λέγεται πως από εκεί ήρθε ο Πρωτέας στη Θράκη, παντρεύτηκε μια νύμφη, την Κορώνη, κι απέκτησε μαζί της δυο γιους. Εκείνοι, όμως, έκαναν κατάχρηση της εξουσίας που είχαν στα χέρια τους και διέπρατταν αδικήματα. Ανάγκαζαν τους ταξιδιώτες να παλεύουν μαζί τους και στο τέλος τους σκότωναν. Ο Πρωτέας αηδιασμένος και νιώθοντας ντροπή για τη συμπεριφορά τους, ζήτησε από τον Ποσειδώνα να τον γυρίσει πίσω στην Αίγυπτο. Ο θεός άκουσε την παράκλησή του και αποφάσισε να τον βοηθήσει, φτιάχνοντάς του ένα δρόμο μέχρι την Αίγυπτο. Ο δρόμος αυτός περνούσε πάνω από τη θάλασσα κι έτσι ο Πρωτέας έφτασε μέχρι εκεί δίχως καν να βραχεί.
[Επεξεργασία]Ο Πρωτέας και ο Μενέλαος
Στην Οδύσσεια ο Όμηρος αναφέρει ότι ο Πρωτέας κατοικούσε στο νησάκι Φάρος στις μεσογειακές ακτές της Αιγύπτου, στις εκβολές του Νείλου. Όταν ο Μενέλαος επέστρεφε από την Τροία, έχοντας μαζί του την Ωραία Ελένη, οι δυνατοί άνεμοι του Αιγαίου τους έφεραν στην Αίγυπτο. Εκεί ο Μενέλαος συνάντησε τυχαία τη σοφή και πρόθυμη κόρη του Πρωτέα, την Ειδοθέα, που του έδωσε οδηγίες για το πώς θα μπορούσε να αποσπάσει από τον πατέρα της χρήσιμες πληροφορίες για το ταξίδι της επιστροφής. Η Ειδοθέα του αποκάλυψε ακόμη ότι ο πατέρας της θα μπορούσε να του πει τι έχει συμβεί στο σπίτι του, ευχάριστο ή δυσάρεστο, όσο αυτός ήταν μακριά.
Ο Μενέλαος στη συνέχεια εφάρμοσε το εξής τέχνασμα, ακολουθώντας τις συμβουλές της: ο ίδιος και άλλοι τρεις σύντροφοί του ντύθηκαν με φρεσκογδαρμένα δέρματα φώκιας και ξάπλωσαν ανάμεσα στις φώκιες του Πρωτέα το καταμεσήμερο.
Αυτή ήταν η ώρα που, όπως όλα τα δαιμονικά της θάλασσας, ο «γέροντας» έβγαινε από το νερό. Συνήθιζε να ξαπλώνει κάτω από μια φαρδιά σπηλιά, ανάμεσα στο κοπάδι του, που κοιμόταν αναδίνοντας τη μυρωδιά του αλμυρού βυθού και της αβύσσου.
Όταν ο Πρωτέας βγήκε από το πέλαγος, μέτρησε τις φώκιες του, αλλά δεν υποψιάστηκε την παγίδα και χώθηκε ανάμεσά τους. Μόλις αποκοιμήθηκε, ο Μενέλαος τον άρπαξε μαζί με τους συντρόφους του και τον κράτησαν σφιχτά. Ο Πρωτέας προσπαθούσε να τους ξεφύγει και μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι, σε δράκο, σε τίγρη, σε κάπρο, έπειτα σε δέντρο ακόμη και σε νερό. Εκείνοι, όμως, δεν πτοήθηκαν και δε σταμάτησαν να παλεύουν μαζί του, παρά μόνο αφού άρχισε να παίρνει πάλι τη μορφή που είχε πριν αποκοιμηθεί.
Τότε ο Πρωτέας εξαντλημένος, απάντησε στις ερωτήσεις του Μενέλαου, που έτσι έμαθε πως, για να του φανερώσουν οι θεοί το δρόμο της επιστροφής, έπρεπε να ανεβεί τον Νείλο και να τους προσφέρει εκατόμβη, δηλαδή θυσία εκατό βοδιών. Επίσης, ότι δεν του ήταν γραφτό να πεθάνει, γιατί ο Δίας τον θεωρούσε γαμπρό του, λόγω της Ελένης, και θα του φερόταν πολύ ευνοϊκά· θα τον οδηγήσει μετά θάνατο στα Ηλύσια πεδία.
Τέλος, ο Πρωτέας τον πληροφόρησε και για την τύχη του αδερφού του, του Αγαμέμνονα, που είχε δολοφονηθεί, καθώς και για τους συμπολεμιστές του στην Τροία, τον Οδυσσέα και τον Αίαντα το Λοκρό

Θάλασσα



Η Θάλασσα κατά την Ελληνική Μυθολογία ήταν η ιδεατή ανθρωπόμορφη θεότητα της έννοιας του αλμυρού υγρού στοιχείου και προστάτιδα αυτού. Ήταν κόρη κατ΄ άλλους της Γαίας και μόνο αυτής που κατά τον ίδιο τρόπο, δηλαδή μόνο από τις δημιουργικές δυνάμεις του κληρονόμησε από το Χάος, και χωρίς τη βοήθεια του Έρωτος, κυοφόρησε τον Ουρανό και τα Όρη. Κατ΄ άλλες μυθολογικές παραδόσεις η Θάλασσα ήταν κόρη του Αιθέρα και της Ημέρας, μητέρα των Ροδίων, των Τελγινών καθώς και της Αφροδίτης.
Παραστάσεις της θεότητας αυτής υπήρχαν ελάχιστες με σαφή υπεροχή του θεού Ποσειδώνα. Από τις πιο ονομαστές απ΄ αυτές ήταν, κατά τον Ηρώδη τον Αττικό, εκείνη στο Ναό του Ποσειδώνα στην αρχαία Κόρινθο που φερόταν στη βάση συμπλέγματος του θεού αυτού με την Αμφιτρίτη να κρατά στην αγκαλιά της την κόρη της Αφροδίτη περιστοιχιζόμενη από τις Νηρηίδες.

Έρεβος (μυθολογία)

Σύμφωνα με τον Ησίοδο το Έρεβος προήλθε από το Χάος και της Γαίας (της γήινης ύλης) με τη μεσολάβηση του Έρωτα - Φάνη. Συμβολίζει την σιωπή και το βάθος της νύχτας. Μαζί με την αδελφή του τη Νύχτα, πάλι με τη μεσολάβηση του Έρωτα, δημιούργησε τον Αιθέρα, το Φως του Ουρανού και την Ημέρα. Ανήκει στην δεύτερη γενιά της Δημιουργίας του Κόσμου.
Κατά άλλους το Έρεβος προήλθε από τον Χρόνο και την Αδράστεια - Ανάγκη.
Εικονίζεται σαν φτερωτό, σκοτεινό και τεράστιο ον, δίδυμο της Νύχτας.
Έρεβος ονομάζεται (κατά τον Όμηρο) ο χώρος που συνορεύει με τον Άδη (χώρος διάβασης των ψυχών) και στον οποίο εξοβελίστηκαν από τον Δία, μετά την Τιτανομαχία, οι Τιτάνες Μενοίτιος και Επιμηθέας. Μια άλλη εκδοχή (κατά τον Ησίοδο) χαρακτηρίζει ως το πιο σκοτεινό μέρος του Άδη, το Έρεβος, στον οποίο ευρίσκονταν οι Θρόνοι του Πλούτωνα και της Περσεφόνης καθώς και η σπηλιά της Σκύλλας. Τέλος κατά τους Καθολικούς το Έρεβος είναι ο χώρος όπου εξαγνίζονται οι ψυχές των αμαρτωλών πριν μεταβούν στον Άδη.
Επίσης από το Έρεβος, κατά την ελληνική Μυθολογία, ο Ζεύς παρέλαβε τους Εκατόγχειρες, ο Ηρακλής τον Κέρβερο, η Ερινύς να άκουσε την Αλθαία κ.ά.
Ο Αριστοφάνης σατιρίζοντας τους Σωκρατικούς φιλοσόφους έλεγε ότι αυτοί: «ερεβοδιφώσιν» (= ψάχνουν στα σκοτεινά).

Μαία (μυθολογία)


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η Μαία στην ελληνική μυθολογία είναι μία από τις Πλειάδες, τις εφτά κόρες του Άτλαντα και της Πλειώνης ή Πληιόνης. Οι Πλειάδες γεννήθηκαν στο όρος Κυλλήνη της Αρκαδίας, και πολλές φορές τις ονομάζουν και θεές του βουνού. Η Μαία ήταν η μεγαλύτερη, ομορφότερη και περισσότερο συνεσταλμένη αδερφή.
Αναφέρεται άλλοτε ως Πλειάς και άλλοτε ως Ατλαντίς εκ των ονομάτων των γονιών της. Ο Σιμωνίδης την αναφέρει ως «ελικοβλέφαρον» και «ιοπλόκαμον». Αλλά και οι άλλοι ποιητές εξυμνούν το κάλλος της και τη χαρακτηρίζουν ως την ωραιότερη των Πλειάδων.
Σύμφωνα με τους Ομηρικούς ύμνους, η Μαία ζούσε απομονωμένη σε μια σπηλιά στην Κυλλήνη. Εκεί ενώθηκε με τον Δία όπου αργότερα: «Ζηνί τέκε κύδιμον Ερμήν, ιερόν λέχος εισαναβάσα» (=γέννησε στον Δία τον δοξασμένο θεό Ερμή, από τον ύπνο της στο ιερό κρεβάτι) (Ησιόδου Θεογονία 938).
Μετά τη γέννησή του, η Μαία έβαλε τον Ερμή να κοιμηθεί, εκείνος όμως πήδηξε απο την κούνια του και βγήκε έξω. Όπως έπαιζε βρήκε μια χελώνα, με το καβούκι της οποίας δημιούργησε μια λύρα. Το ίδιο βράδυ έφτασε στην Πιερία, όπου σκαρφίστηκε ένα κόλπο και έκλεψε τα βόδια του Απόλλωνα. Η Μαία αρνήθηκε να πιστέψει τον Απόλλωνα που αποκάλεσε τον Ερμή κλέφτη και τότε ο Δίας πήρε το μέρος του Απόλλωνα. Τελικά, ο Απόλλωνας αντάλλαξε τα βόδια για τη λύρα που είχε φτιάξει ο Ερμής.
Η Μαία προστάτεψε επίσης τον Αρκάδα απο τη μανία της Ήρας, που μετέτρεψε τη μητέρα του Καλλιστώ σε αρκούδα.
Ο αστεροειδής 66 Μαία (66 Maja), ο οποίος ανακαλύφθηκε το 1861, πήρε το όνομά του από το μυθικό αυτό πρόσωπο